Μπροσούρα με αφορμή τη «μέρα της γυναίκας»

Το χθες και σήμερα της πατριαρχίας
& φεμινιστικές αντιστάσεις…


                             

 

 

 

 

Πατριαρχία: από τις λέξεις «πατήρ» και «αρχή», που σημαίνει εξουσία. Ετυμολογικά και κυριολεκτικά, η «εξουσία του πατέρα» σε όλα τα κοινωνικά πεδία (οικογένεια, εργασία, σχολείο, δημόσιος λόγος). Σε όλα τα επίπεδα η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως κατώτερη στο όνομα της έμφυλης τάξης πραγμάτων, ενώ όλα τα άτομα οφείλουν να παίρνουν τα χαρακτηριστικά του έμφυλου ρόλου που τους αποδίδεται εκ γενετής, ώστε να θεωρούνται «φυσιολογικά», «παραγωγικά» και «καλά» μέσα στην κοινωνία.

Η έμφυλη βία βασίζεται σε βαθιά εδραιωμένες σχέσεις εξουσίας που ιστορικά καθιέρωσε η πατριαρχία μεταξύ των ανδρών και των υπόλοιπων κοινωνικών φύλων. Η εξουσία αυτή δημιουργείται από την ιστορική κατασκευή μιας κοινωνικής, θρησκευτικής, πολιτικής και πολιτισμικής υπεροχής λόγω «φύλου», ενώ έχει στην καρδιά της την αντικειμενοποίηση και εργαλειοποίηση της γυναίκας και του σώματός της, ώστε να ανταποκρίνεται στα παραγωγικά πρότυπα κάθε πατριαρχικής κοινωνίας. Για να φτάσει ένας άντρας-θύτης να σκοτώσει μια γυναίκα-θύμα, προϋποτίθεται πως ασκεί πλήρη έλεγχο στη ζωή της. Έχει μάθει με άλλα λόγια να θεωρεί τη γυναίκα ιδιοκτησία του και προέκταση των επιθυμιών του. Επιθυμίες τις οποίες το γυναικείο σώμα οφείλει να ικανοποιεί σαν κατακτημένο έδαφος που μετά τον πόλεμο οφείλει να υποταχτεί στον αφέντη, αλλιώς απειλείται ακόμη και η βιολογική της ύπαρξη.

 Όχι, δεν ήταν ούτε εξαίρεση, ούτε η κακή στιγμή. Είναι οι αιώνες πατριαρχικής συγκρότησης των κοινωνιών και έμφυλης καταπίεσης, που κάνουν μια γυναικοκτονία τρομακτικά συχνή και κανονική.

Ακόμη και όταν οι γυναίκες αντιδρούν, φεύγουν ή καταγγέλλουν τον θύτη τους γίνονται εκ νέου στόχοι και θύματα της δομικής κι εκδικητικής βίας που ασκεί η πατριαρχία. Αμφισβήτηση, διαπόμπευση, λεκτική κακοποίηση, ψυχολογικοί εκβιασμοί, ξυλοδαρμοί, βιασμοί και γυναικοκτονίες, είναι το συνεχές της πατριαρχικής βίας πάνω στο σώμα της γυναίκας, αλλά και όποιας θηλυκότητας ή σώματος δεν προσαρμόζεται στους επιβεβλημένους κοινωνικούς, έμφυλους και σεξουαλικούς ρόλους της πατριαρχίας. Υπό αυτή την έννοια, το φίμωμα και η αμφισβήτηση των θυμάτων, όπως και η συγκάλυψη και προστασία των θυτών από ένα ολόκληρο κοινωνικό δίκτυο ξεπλύματος της έμφυλης βίας – νομιμοποίησης των έμφυλων ρόλων, είναι οι δύο όψεις ενός μηχανισμού που επιτρέπει στις πατριαρχικές δομές να συντηρούν και να αναπαράγουν την εξουσία τους.

Ψωμί και τριαντάφυλλα…

Από αυτήν την άποψη, η παγκόσμια μέρα της γυναίκας δεν είναι άλλη μια εμπορευματοποιημένη γιορτή. Δεν είναι η «μέρα της μητέρας» ή η «μέρα του Αγίου Βαλεντίνου», όπου δίνουμε λουλούδια στις γυναίκες και τις «γιορτάζουμε» τυπικά. Αυτή η μέρα ξεκίνησε να γιορτάζεται προς τιμήν της δράσης του εργατικού κινήματος με πρωτοστάτριες γυναίκες. Στις 8 Μάρτη του 1857 σημειώνεται η πρώτη κινητοποίηση των εργατριών στην υφαντουργία και τον ιματισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα κύρια αιτήματά τους ήταν να ανατραπούν οι απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και οι χαμηλοί μισθοί. Πρόκειται για μία κινητοποίηση η οποία δέχτηκε άγρια καταστολή και επίθεση από την αστυνομία, όμως αποτέλεσε το έναυσμα για να οργανωθεί μετά από 2 χρόνια το πρώτο εργατικό σωματείο γυναικών και να συνεχιστεί με αυτόν τον τρόπο ο αγώνας για τη χειραφέτηση τους. Η ημέρα αυτή τιμήθηκε πρώτη φορά το 1908, με 15.000 γυναίκες και το σύνθημα «ψωμί και τριαντάφυλλα». Το «ψωμί» συμβολίζει την οικονομική ασφάλεια και τα «τριαντάφυλλα» την καλύτερη ποιότητα ζωής. Οι γυναίκες τότε ζητούσαν λιγότερες ώρες εργασίας, καλύτερους μισθούς και δικαίωμα ψήφου. Με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ αυτή η μέρα γιορτάστηκε το 1909 και το 1910 υιοθετήθηκε από τη Σοσιαλιστική Διεθνή, μετά την πρόταση της Γερμανίδας σοσιαλίστριας Clara Zetkin. Επίσης προτάθηκε προς υιοθέτηση και στη Σοβιετική Ένωση από την Alexandra Kollontai, η οποία είχε ιδρύσει το «τμήμα των γυναικών», όμως εκεί η ημέρα αυτή παρέμεινε ως ημέρα των εργατών μέχρι το 1965.

Όσον αφορά το ελληνικό προσκήνιο και παρασκήνιο, η άνθιση των φεμινιστικών και ταξικών αγώνων των γυναικών τοποθετείται στη δεκαετία του 1920. Την περίοδο αυτή η παραγωγική εργασία των γυναικών διπλασιάζεται, αλλά η χρεοκοπία του 1932 οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας και των περικοπών κατά τη διάρκεια όλης της δεκαετίας του ‘30, με την επιβολή της ανδρικής προτεραιότητας και τον αποκλεισμό των γυναικών και πάλι από την εργασία. Οι φεμινιστικές διεκδικήσεις κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (1918-1939) για πολιτικά, αστικά και κοινωνικά δικαιώματα απέτυχαν. Το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες στην Ελλάδα κατοχυρώθηκε μόλις το 1952, η κοινωνική θέση των γυναικών θεωρούταν τυπικά και άτυπα υποδεέστερη, ενώ τα αστικά δικαιώματα των γυναικών εξαρτιόνταν από την ανδρική κυριαρχία μέσα στη δομή της οικογένειας. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου οι φεμινίστριες καταφέρνουν να μετατρέψουν το γυναικείο ζήτημα από προσωπικό σε πολιτικό και διεκδικούν την οργάνωσή τους σε σωματεία.

Κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος φεμινισμού (1960-1980) το «γυναικείο ζήτημα» ερμηνεύεται πια με όρους «έμφυλων σχέσεων» και «σχέσεων εξουσίας». Η γυναικεία υποτέλεια αποδίδεται σε δομικούς μηχανισμούς και συστήματα όπως η πατριαρχία, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, ο έμφυλος καταμερισμός της εργασίας και οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες για τη δημιουργία της έμφυλης ταυτότητας. Γίνεται η συνειδητοποίηση πως οι έμφυλοι ρόλοι είναι κοινωνικές κατασκευές οι οποίες πρέπει να αποδομηθούν για να σταματήσει η αναπαραγωγή σχέσεων εξουσίας. Γίνεται επίσης κριτική στα αυθαίρετα επιχειρήματα που βασίζονται σε έναν «βιολογικό ντετερμινισμό» που θέλει τη γυναίκα και τις θηλυκότητες φύσει κατώτερες, ενώ θίγονται πολύ έντονα και ζητήματα ρατσισμού στο φεμινιστικό κίνημα. Πρόκειται για μια προσπάθεια αποδόμησης των εδραιωμένων και κανονικοποιημένων σχέσεων εξουσίας και προνομίων των ανδρών. Έτσι, ξεκινά να θίγεται και η κυριαρχία της «τοξικής αρρενωπότητας», που οδηγεί στην κουλτούρα του βιασμού και στην ψυχολογική και σωματική βία κατά των γυναικών. Το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας παύει να είναι προσωπικό, βγαίνει στη δημόσια σφαίρα και αποτελεί πλέον πολιτικό ζήτημα. Θίγονται επίσης ζητήματα που συνδέονται με τη σεξουαλικότητα και την αναπαραγωγή, όπως η αυτοδιάθεση του σώματος, το δικαίωμα στην άμβλωση, η απελευθέρωση της σεξουαλικότητας των γυναικών, αλλά και η άσκηση κοινωνικής πολιτικής (άδειες κύησης, κοινωνικά επιδόματα).

Από το 1990 έως και σήμερα, μπαίνοντας στο 3ο φεμινιστικό κύμα, το φεμινιστικό κίνημα αποκτά πιο πολύμορφα και διευρυμένα χαρακτηριστικά. Ουσιαστικά γίνεται μια προσπάθεια να τεθούν όλα τα ζητήματα που έθετε το 2ο κύμα, σε συνδυασμό με μια κίνηση μεγαλύτερης συμπερίληψης, όπου γίνονται περισσότερο ορατά ζητήματα σεξουαλικότητας, φυλετικής και ταξικής θέσης, αλλά και ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Το 3ο κύμα εκφράζει τις διεκδικήσεις μειονοτικών ομάδων που δεν ακολουθούν τα καθιερωμένα πρότυπα της «ετεροκανονικότητας» -της απροβλημάτιστης επιτέλεσης δηλαδή των κοινωνικών, έμφυλων και σεξουαλικών ρόλων που μας αποδίδονται εκ γενετής ως φυσικοί και αποτελούν αντανάκλαση των συμφερόντων της πατριαρχίας, του κράτους και του καπιταλισμού- τα οποία ικανοποιούνται μέσα από την πειθάρχηση των σωμάτων και των ψυχών μας. Αυτή τη στιγμή διανύουμε ένα «μεταφεμινισμό» ή αλλιώς το 4ο κύμα φεμινισμού, του οποίου οι διεκδικήσεις δεν είναι ακόμη ξεκάθαρες, ενώ η κύρια διαφοροποίησή του προς το παρόν γίνεται ως προς τα μέσα αγώνα και κοινοποίησης των διεκδικήσεων ή/και καταγγελιών που αφορούν ζητήματα και διεκδικήσεις του τρίτου, του δεύτερου και του πρώτου φεμινιστικού κύματος .

Σήμερα ακούμε συχνά το αφήγημα πως έχουν λυθεί τα ζητήματα της πατριαρχίας, με το επιχείρημα της τυπικής ισότητας των φύλων και τα κεκτημένα του παρελθόντος που αυτή συμβολικά φέρει. Γνωρίζουμε όμως, πως το θεμελιώδες δικαίωμα ψήφου των γυναικών και η αύξησή της αξίας τους στην αγορά εργασίας, θέματα δηλαδή που απασχόλησαν το πρώτο κύμα φεμινισμού και κατακτήθηκαν μέσα από αιματηρούς αγώνες, δεν αρκούν για να εξαλείψουν τις άτυπες και βαθιές διακρίσεις που υφίστανται καθημερινά οι γυναίκες, οι θηλυκότητες και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Το αφήγημα αυτό ενισχύεται ακόμη περισσότερο όταν ο δυτικός πολιτισμός παρουσιάζεται ως εξιδανικευμένος στα ζητήματα των έμφυλων διακρίσεων. Αυτή η εξιδανίκευση προκύπτει και πάλι από τη σύγκριση με το παρελθόν και με άλλους πολιτισμούς ή την αποικιακή «εξωτικοποίηση» (orientalism) των τελευταίων. Με αυτόν τον τρόπο πολλές φορές δημιουργούνται οι ιδέες της «λευκής υπεροχής» (white supremacy) έναντι άλλων πολιτισμών, ενώ τα ζητήματα ζωής και θανάτου των γυναικών μεταναστριών, με την ασύμμετρη βία και τις πολλαπλές καταπιέσεις που αυτές δέχονται όταν συμπλέκονται η ταξική, φυλετική και έμφυλή θέση και ταυτότητά τους, παραμένουν αόρατα.

Επιπλέον, το φεμινιστικό κίνημα δε γίνεται να μην πλήττεται σήμερα, με τις επιπτώσεις των σκληρών πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού και της γενικευμένης κατάστασης εξαίρεσης που έχει επιφέρει η κρατική διαχείριση της πανδημίας με μια τεράστια κλιμάκωση της καταστολής των ελευθεριών και των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Η διάρρηξη των εργασιακών σχέσεων, η διάβρωση του κοινωνικού κράτους, η έμφυλη κατανομή της επισφαλούς εργασίας και η «επαναπρολεταριοποίηση» με κύρια πληττόμενες τις νέες/ους και τις μετανάστριες/ες, περιγράφουν το ζοφερό πολιτικό τοπίο του σήμερα.

Η διεκδίκηση της θέσης στο συνδικαλισμό και τα σωματεία, η χαμηλόμισθη εργασία, η προσφορά της εργασίας, όχι ως δικαίωμα, αλλά υπό περιπτώσεις και κατά περιόδους, περιγράφουν μια κατάσταση που βίωναν οι γυναίκες για δύο αιώνες στη Δύση. Υπό μία έννοια όμως, φωτογραφίζεται ξεκάθαρα και η σημερινή υποβαθμισμένη πραγματικότητα των συνθηκών εργασίας, που πλέον μαζί με τις γυναίκες, αφορά και τους νέους άντρες. Οι οικονομικές αυτές επιπτώσεις, βέβαια, αναπόφευκτα επηρεάζουν και τα κοινωνικά στερεότυπα, καθώς ο νεαρός άντρας δυσκολεύεται πλέον να δει τον εαυτό του ως «κύρη του σπιτιού», όπως παλιότερα. Ένα από τα αποτελέσματα αυτής της ματαίωσης των αντρικών προτύπων είναι η τεράστια έκρηξη έμφυλης βίας που παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια, όπου τα γυναικεία σώματα μετατρέπονται στους πρωταρχικούς αποδέκτες κάθε προσωπικής ή κοινωνικής κρίσης.

Σε αυτήν την κατάσταση, τα ζητήματα φύλου, τάξης και φυλής οφείλουν να έρθουν ξεκάθαρα στη δημόσια σφαίρα και να τεθούν με τους όρους των από τα κάτω, και όχι να παραμένουν στον ιδιωτικό χώρο που ο σύγχρονος διαχωρισμός και νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει μέσα από δίπολα, όπως αυτό του «άντρα/γυναίκα», «έλληνα/ξένου», «εργαζόμενου/ανέργου». Γιατί είναι με αυτόν τον τρόπο που αυτά τα δίπολα φυσικοποιούνται και οι εξουσίες που ασκούνται μέσω αυτών παραμένουν αόρατες, δίχως να γίνονται ορατά τα κοινά συμφέροντα και οι κοινοί αγώνες που μπορούν να διεξαχθούν από την κριτική και άρση αυτών των διπόλων και εξουσιών.

Το ελληνικό «παρόν» της πατριαρχίας

Ο όρος «γυναικοκτονία» έχει διαδοθεί τα τελευταία 30 χρόνια και πρόκειται για την ανθρωποκτονία γυναικών λόγω του φύλου τους, που προκύπτει από την αντίληψη που τις θέλει υποταγμένες στην ανδρική εξουσία. Παρόλο που ο όρος προσδιορίζει ακριβώς τέτοιου είδους εγκλήματα που περνούσαν για χρόνια απαρατήρητα και που διαπράττονται κατά εκατοντάδες καθημερινά, στις περισσότερες χώρες, όπως και στην Ελλάδα, ο όρος «γυναικοκτονία» δεν έχει ακόμη νομική αναγνώριση. Αντιθέτως, στην αφήγηση της πατριαρχίας η λέξη αυτή αποφεύγεται, ενώ συχνά, όπως για παράδειγμα στα ΜΜΕ, οι φόνοι χαρακτηρίζονται ως «εγκλήματα πάθους/τιμής/ζήλειας», «κακή στιγμή» και «οικογενειακές τραγωδίες», ξεπλένοντας και δικαιολογώντας τον κάθε γυναικοκτόνο.

Οι θύτες, δε, συστηματικά παρουσιάζονται στα δικαστήρια ως άτομα με ψυχολογικά ή ορμονικά προβλήματα και εξυμνείται το κοινωνικό τους προφίλ με τις γυναίκες-θύματα να κατασυκοφαντούνται και να κατηγορούνται οι ίδιες ως υπαίτιες της βίας που δέχτηκαν. Φυσικά, εξέχουσα θέση στη ρουτίνα της αποσιώπησης και του ξεπλύματος κατέχει και η αστυνομία, η οποία πέραν της παντελούς ανεπάρκειας διαχείρισης των καταγγελλόμενων περιστατικών έμφυλης βίας, φαίνεται να κρατά απροκάλυπτα θετική στάση απέναντι στους κακοποιητές και απαξιωτική απέναντι στις καταγγέλλουσες. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η δημόσια τοποθέτηση του γνωστού προβοκάτορα αστυνομικού Σταύρου Μπαλάσκα για την υπόθεση δολοφονίας της Καρολάιν, όπου δήλωσε ότι ο δολοφόνος της θα έπρεπε να παραδοθεί επικαλούμενος την «απώλεια ελέγχου με σκοπό την απόδοση μειωμένης ποινής». Τα λόγια του αποτελούν απροκάλυπτη οδηγία προς τους επόμενους γυναικοκτόνους ώστε να παίρνουν ελαφρυντικά.

Από την άλλη, η εκκλησία -ως διαχρονικός φορέας προπαγάνδας και διαμόρφωσης καλών υπηκόων- εντείνει τη σεξιστική, ομοφοβική και μισογυνιστική προπαγάνδα σε κάθε ευκαιρία, αναιρώντας πλήρως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματος με τις γνωστές θέσεις της για τις αμβλώσεις, τη σεξουαλικότητα και, φυσικά, για το πώς οφείλουν να είναι οι έμφυλοι ρόλοι μέσα στην οικογένεια, προωθώντας το πρότυπο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια. Και όλα αυτά με περίσσιο θράσος, όταν σχεδόν κάθε εβδομάδα βγαίνει στην επιφάνεια και από μια καινούργια υπόθεση παρενόχλησης ή βιασμού ανηλίκου μέσα στους κόλπους της εκκλησίας, αποδεικνύοντας με τον πιο εμφατικό τρόπο πού οδηγούν τα δόγματα μισαλλοδοξίας, μίσους και «τάξης» που η ίδια η εκκλησία πρεσβεύει. Η λατρεία της για την κυριαρχία, το θάνατο και τον πόλεμο, άλλωστε, είναι ολοφάνερη από το πώς διαχειρίζεται την περιουσία της και από τους αγιασμούς όπλων μαζικής καταστροφής.

Τη συντονισμένη επίθεση όμως στα γυναικεία σώματα σε «καιρούς κρίσης» έρχεται να μας θυμίσει και η ίδια η επιστήμη που στρατεύεται στο πλευρό της πατριαρχίας. Το πρόσφατο συνέδριο «Γονιμότητας και Αναπαραγωγικής Αυτονομίας», αποτελούμενο από ομιλητές-εκκλησιαστικούς παράγοντες και άνδρες επιστήμονες, δημιουργήθηκε με μόνο σκοπό την υπενθύμιση του ρόλου της γυναίκας και την επίρριψη ευθυνών για το δημογραφικό πρόβλημα.

Γιατί φυσικά όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά στους πολέμους και τις οικονομίες που διαχειρίζονται τα κράτη, οι επιχειρήσεις και οι «μεγάλοι» άντρες-ηγέτες, φταίνε πάντα οι γυναίκες που δε γεννάνε αρκετά ή δεν πλένουν καλά τα πιάτα, οι ομοφυλόφιλοι για το τί κάνουν στο κρεβάτι τους και οι ξένοι που αναζητούν μια καλύτερη ζωή…

Σε μια κοινωνία όπου οι φορείς της αποτυγχάνουν πλήρως να παρέχουν οποιαδήποτε στοιχειώδη στήριξη (ψυχολογική, σωματική, οικονομική, νομική) στα θύματα της πατριαρχίας, -πολεμώντας τα παράλληλα και εξαντλώντας τα με κάθε δυνατό τρόπο-, έρχεται να προστεθεί και το νομοσχέδιο για τη συνεπιμέλεια, το οποίο αναγκάζει τις κακοποιημένες μητέρες να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σε «συνεννόηση» με άτομα που τις εξουσιάζουν και ασκούν βία πάνω τους.

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι ο δημόσιος λόγος και οι κοινωνικοί αυτοματισμοί με τη μορφή που έχουν, συνεισφέρουν στην ύπουλη και καθημερινή εξάπλωση της αόρατης βίας κατά των γυναικών, των θηλυκοτήτων, των φτωχών, των μεταναστριών, των ΛΟΑΤΚΙ+ και των ατόμων που δε χωράνε στα έμφυλα, εθνικά και θρησκευτικά νεοελληνικά πρότυπα, νομιμοποιώντας παράλληλα την έμφυλη βία και καθιστώντας την κοινωνικά αποδεκτή.

Το τελευταίο διάστημα βιώνουμε μια γενικευμένη κοινωνική παρακμή και αξιακή παραίτηση, με την οικονομική-υγειονομική κρίση και την έκρηξη των γυναικοκτονιών και των περιστατικών έμφυλης βίας να βρίσκονται στο προσκήνιο. Ο βιασμός ανήλικης από ιερέα, ο βιασμός της Γεωργίας στη Θεσσαλονίκη και οι πρόσφατες γυναικοκτονίες της Σούζαν στα Γιάννενα και της Βίκυς στη Θεσσαλονίκη είναι μόνο λίγα παραδείγματα από την πολύμορφη φρίκη που συνθέτει το μωσαϊκό της ελληνικής πατριαρχίας. Όλες οι γυναίκες αναγκαζόμαστε να δίνουμε μια επιπλέον καθημερινή μάχη για να μη μας βιάσει κάποιος επειδή βρήκε το ντύσιμό μας «προκλητικό»˙ για να μη μας δολοφονήσει κάποιος άντρας πάνω στην «κακιά στιγμή»˙ για να μη χάσουμε άλλη/ο μία/ένα.
 

Φτάνει πια!

Η εμφάνιση της πανδημίας και η εφαρμογή του λοκντάουν ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο το ασφυκτικό κλίμα. Τα μέτρα που πάρθηκαν στο όνομα της διασφάλισης της δημόσιας υγείας είναι ξεκάθαρο και στον πιο καλόπιστο πλέον ότι δεν προστατεύουν τις ανθρώπινες ζωές αλλά την ίδια την κυριαρχία. Παρακολουθούμε εδώ και δυο χρόνια την πλήρη υπονόμευση και κατάρρευση του Εθνικού συστήματος υγείας, τη συνεχή ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών με πολεμικό εξοπλισμό και χιλιάδες προσλήψεις παπάδων, μπάτσων και στρατιωτικών. Κύριο μέσο για την επιβολή αυτής της κατάστασης αποτέλεσε από την αρχή της πανδημίας το αφήγημα περί «ατομικής ευθύνης» με ένα από τα κεντρικά προπαγανδιστικά συνθήματα να είναι το «Μένουμε Σπίτι». Με το πρόσχημα της προάσπισης της δημόσιας υγείας, χιλιάδες άτομα εγκλωβίστηκαν για μήνες με τους κακοποιητές και εξουσιαστές τους μέσα σε τέσσερις τοίχους, ενώ η πολιτεία αδιαφορεί πλήρως για την ενδοοικογενειακή βία η οποία αυξήθηκε δραματικά κατά το διάστημα των λοκντάουν.

Η πανδημία, επιπλέον, όξυνε ακόμη περισσότερο τις φυλετικές και έμφυλες ανισότητες, επιβάλλοντας δολοφονικά μέτρα και αναγκάζοντας το επισφαλές εργατικό δυναμικό να δουλεύει περισσότερο και σε χειρότερες συνθήκες. Αυξήθηκαν οι υγειονομικοί κίνδυνοι, ο φόρτος εργασίας και η διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής. Οι γυναίκες που έτσι κι αλλιώς απασχολούνταν παραπάνω με την οικιακή εργασία και τη φροντίδα των παιδιών, με το κλείσιμο των σχολείων και την απομόνωση των υπερηλίκων επιβαρύνθηκαν ακόμη περισσότερο εν μέσω πανδημίας στα πλαίσια των ρόλων που τους έχουν αποδοθεί και της φροντίδας που επιβάλλεται να δίνουν απροϋπόθετα ως εργαζόμενες, εγκυμονούσες, μητέρες, σύζυγοι, αδερφές και κόρες.

Είναι επίσης γνωστό πως οι γυναίκες χάνουν πιο εύκολα τις θέσεις εργασίας τους, αφού απορροφώνται κυρίως σε κλάδους όπως ο τουρισμός, το λιανικό εμπόριο και η οικιακή φροντίδα. Κλάδοι δηλαδή που πλήττονται περισσότερο συγκριτικά με τους «ανδροκρατούμενους», όπως οι πληροφορίες, η επικοινωνία, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και οι ασφάλειες. Παράλληλα όμως, ο τομέας της υγείας αποτελείται κατά 70% από γυναίκες οι οποίες απασχολούνται σε επαγγέλματα που σχετίζονται με την καθαριότητα και τη φροντίδα ασθενών, τη νοσηλευτική και τη μαιευτική. Η συνεχής έκθεση στον ιό, οι χαμηλοί μισθοί, τα εξοντωτικά ωράρια και οι κακές εργασιακές συνθήκες καθιστούν ακόμα δυσκολότερη τη γυναικεία διαβίωση και, εν τέλει, την ίδια τη ζωή αβίωτη.

– Ας μη ξεχάσουμε πως η Παγκόσμια Ημέρα των Γυναικών ήταν -και πρέπει να παραμείνει απεργία.
– Οι γυναίκες εργάτριες του 19ου αιώνα στη Νέα Υόρκη γνώριζαν καλά πως χωρίς αυτές -τις χαμηλόμισθες, τις μετανάστριες, τις σκληρά εργαζόμενες γυναίκες- με τους πολλαπλούς κοινωνικούς τους ρόλους, η κοινωνία θα κατέρρεε.
– Γνώριζαν καλά πως η κήρυξη απεργίας από τη μισθωτή και άμισθη εργασία ήταν η δύναμή τους απέναντι στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και τις προσπάθειες φυσικοποίησης των διεργασιών της εξουσίας.
– Η έμφυλη βία μας πλήττει καθημερινά και μας θυμίζει ότι στον κόσμο της πατριαρχίας δε θέλουν να έχουν αξία οι ζωές μας!
– Ο αντιπατριαρχικός αγώνας οφείλει να γίνει συνολικός, διεκδικώντας παράλληλα ταξική και κοινωνική απελευθέρωση έως ότου η τάξη, η φυλή, το φύλο και η σεξουαλικότητα να αποτελούν τη βάση στην οποία χτίζεται η ελευθερία μας, και όχι η κακοποίησή μας!

Φεμινιστική Συλλογικότητα

Σμέρνες

e-mail: smernes@riseup.net

insta: @smernec

 

Comments are closed.